Pages

7.2.11

Ευκαιρίες

Το Ποτάμι της Ευκαιρίας είναι ένα ορμητικό ρέμα.

Κάποιες φορές είσαι Αναζητητής που κάθεται στις όχθες του, απ' όπου μπορείς να βλέπεις τις Ευκαιρίες να περνούν. Ευκαιρίες κάθε τύπου, ευκαιρίες για δουλειές, ευκαιρίες για αγορές, ευκαιρίες για διασκέδαση, ευκαιρίες για ανθρώπους... ευκαιρίες ζωής.
Κάποιες είναι αδιάφορες για το αν θα πιαστούν ή όχι. Έχουν παραιτηθεί και απλώς αφήνονται να παρασύρονται από το ρεύμα. Δεν σε δυσκολεύουν περισσότερο από αυτό, αλλά ούτε και σε διευκολύνουν. Πρέπει μόνος σου να αποφασίσεις ότι τις θέλεις και να κάνεις την κίνησή σου. Πρέπει να καταφέρεις να τις πιάσεις και να τις τραβήξεις έξω απ' το νερό.
Άλλες κολυμπούν στο ρεύμα, χωρίς να κοιτάζουν ούτε για λίγο προς τα πίσω. Αυτές δεν θέλουν να πιαστούν, είτε από κανέναν είτε συγκεκριμένα από εσένα. Αυτές είναι και οι πιο δύσκολες να πιάσεις. Πρέπει να είσαι σε ετοιμότητα, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για μεγάλη προσπάθεια, γιατί η Ευκαιρία θα προσπαθήσει να σου ξεφύγει. Κι αν καταφέρεις να την πιάσεις, θα τινάζεται και θα παλεύει, θα σε χτυπάει. Πρέπει να είσαι πολύ δυνατός για να καταφέρεις να βγάλεις μια Ευκαιρία ενάντια στη θέλησή της. Πρέπει να την θέλεις πολύ.
Οι πιο σπάνιες είναι οι Ευκαιρίες που κολυμπούν αντίθετα στο ρεύμα. Οι Ευκαιρίες που θέλουν να πιαστούν, είτε από οποιονδήποτε είτε συγκεκριμένα από εσένα. Οι Ευκαιρίες αυτές, θα σε φωνάξουν μόλις σε δουν, θα προσπαθήσουν να σε πλησιάσουν, θα κάνουν ό, τι μπορούν για να σε βοηθήσουν να τις πιάσεις. Στην ουσία δεν βοηθούν εσένα. Βοηθούν εσάς. Και τους δυο σας, δηλαδή, σαν μία οντότητα. Βέβαια, μπορεί εσύ να μην τις θες. Δεν μας φαίνονται όλες οι ευκαιρίες σαν Ευκαιρίες. Και τότε πρέπει να επιλέξεις αν θα την αγνοήσεις ή αν θα την βγάλεις από συμπόνοια.
Όλες αυτές είναι ειλικρινείς. Υπάρχουν, όμως, και αυτές που υποκρίνονται. Οι Ευκαιρίες-παγίδες. Κάποιες που στην αρχή θα δείξουν ότι σε έχουν ανάγκη, που θα σε φωνάξουν για να σου τραβήξουν την προσοχή, που θα τις δεις να κολυμπούν αγωνιωδώς στην προσπάθειά τους να φτάσουν στην όχθη σου. Κι εσύ θα τις πιστέψεις, θα φοβηθείς για αυτές, θα θελήσεις να κάνεις τα πάντα για τις βγάλεις από το υδάτινο μαρτύριό τους. Μόλις, όμως, τις πιάσεις από το χέρι και τις βγάλεις από το νερό, αυτές φεύγουν, κυρίες. Και εσύ μένεις με την απορία τι έγινε, καθώς τις βλέπεις να πηγαίνουν πιο κάτω, σε έναν άλλο Αναζητητή και να φεύγουν μαζί του. Ίσως κάποιες από αυτές απλώς αλλάζουν γνώμη και δεν είναι ότι πράγματι ήθελαν να σε εκμεταλλευτούν. Αυτές, όμως, θα σου ζητήσουν μια συγνώμη. Θα σε κοιτάξουν στα μάτια και θα δεις την μετάνοια, τη θλίψη που τους προκαλεί η γνώση ότι σε πλήγωσαν. Αλλά ακόμα και αυτές οι Ευκαιρίες δεν είναι οι πιο επικίνδυνες, επειδή πράττουν σύμφωνα με το συμφέρον τους, κάτι το οποίο μπορείς να καταλάβεις, άρα και, αν όχι να προβλέψεις, τουλάχιστον να γνωρίζεις ότι είναι πιθανό.
Υπάρχουν, όμως, και άλλες μη ειλικρινείς Ευκαιρίες. Κάποιες που ενώ θέλουν να τις πιάσεις, είτε κάνουν πως είναι αδιάφορες, είτε σε αποφεύγουν, όπως κάνουν εκείνες που δεν θέλουν να πιαστούν. Αυτές τις περιπτώσεις, βέβαια, είναι δύσκολο να τις αναγνωρίσεις. Και, για την ακρίβεια, είναι καλύτερο να μην τις αναγνωρίσεις. Γιατί αν δεν τις αναγνωρίσεις, τότε απλώς θα νομίσεις ότι δεν σε ήθελαν. Μπορεί να απογοητευτείς, αλλά τι άλλο να κάνεις; Θα το αποδεχτείς. Ενώ αν καταλάβεις ότι σε θέλουν, θα δυσκολευτείς πολύ να καταλάβεις οτιδήποτε άλλο. Θα αμφισβητείς διαρκώς τον εαυτό σου, θα μπερδεύεσαι όλο και περισσότερο στην προσπάθειά σου να συμφιλιώσεις την αντίθεση πρόθεσης και πράξης της Ευκαιρίας. Και επειδή δεν υπάρχει κάτι το οποίο φαίνεται να κερδίζει η Ευκαιρία με αυτήν την ασυνεπή συμπεριφορά, σε παραπλανεί και νομίζεις οτι πρόκειται για αναποφασιστικότητα ή σύγχυση. Αυτές, λοιπόν, είναι οι πιο επικίνδυνες, επειδή ο αποκλειστικός τους σκοπός είναι να σε μπερδέψουν και για όσο θα τις ακολουθείς, θα κάνουν ό,τι χρειάζεται για να σε έχουν στο τόσο όσο: τόσο όσο να τροφοδοτούν το ενδιαφέρον σου και τίποτα παραπάνω.

Ωστόσο, δεν είσαι πάντα Αναζητητής. Κάποιες φορές είσαι κι εσύ μια Ευκαιρία που κολυμπάει στο ποτάμι.
Κάποιοι Αναζητητές αδιαφορούν για το αν θα σε πιάσουν ή όχι. Έχουν παραιτηθεί και απλώς κάθονται στην όχθη. Πρέπει μόνος σου να αποφασίσεις αν θέλεις να βγεις για αυτούς και να κάνεις την κίνησή σου, αλλά αν τα καταφέρεις να τους φτάσεις, θα σε πάρουν μαζί τους.
Άλλοι στέκονται χωρίς να κοιτούν το νερό. Αυτοί δεν θέλουν την Ευκαιρία, είτε καμία είτε συγκεκριμένα εσένα. Αυτοί είναι οι πιο δύσκολοι να τους πείσεις να σε βγάλουν. Πρέπει να είσαι σε ετοιμότητα, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για μεγάλη προσπάθεια, γιατί αυτοί θα σε αποφεύγουν. Κι ακόμα και μόνος σου αν καταφέρεις να βγεις, δεν θα σε πάρουν εύκολα μαζί τους. Πρέπει να είσαι πολύ δυνατός για να καταφέρεις να σε δεχτεί ένας Αναζητητής που δεν θέλει την Ευκαιρία σου. Πρέπει να θέλεις πολύ να τον ακολουθήσεις.
Οι πιο σπάνιοι, είναι οι Αναζητητές που βουτούν στο νερό όταν σε δουν. Οι Αναζητητές που θέλουν να πιάσουν την Ευκαιρία, είτε οποιαδήποτε είτε συγκεκριμένα εσένα. Αυτοί θα σε φωνάξουν μόλις σε δουν, θα προσπαθήσουν να σε πλησιάσουν, θα κάνουν ό, τι μπορούν για να σε βοηθήσουν να βγεις μαζί τους. Στην ουσία δεν βοηθούν εσένα. Βοηθούν εσάς. Και τους δυο σας, δηλαδή, σαν μία οντότητα. Βέβαια, μπορεί εσύ να μην τους θες. Δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας ως Ευκαιρίες για όλους τους Αναζητητές. Και τότε πρέπει να επιλέξεις αν θα τους αγνοήσεις ή αν θα τους αφήσεις να σε βγάλουν από κατανόηση.
Όλοι αυτοί είναι ειλικρινείς. Υπάρχουν, όμως, και αυτοί που υποκρίνονται. Οι Αναζητητές-παγίδες. Κάποιοι που στην αρχή θα δείξουν ότι ενδιαφέρονται, που θα σε φωνάξουν για να σου τραβήξουν την προσοχή, που θα τους δεις να κολυμπούν αγωνιωδώς, προσπαπώντας να σε προλάβουν πριν σε απομακρύνει το ποτάμι. Κι εσύ θα τους πιστέψεις, θα φοβηθείς μην τους χάσεις, θα θελήσεις να κάνεις τα πάντα για να τους βοηθήσεις να βγουν από το μαρτύριο της ατελείωτης αναζήτησής τους. Μόλις, όμως, σε φτάσουν και σε πιάσουν από το χέρι, θα κρεμαστούν από πάνω σου. Και αφού θα τους έχεις πάει μέχρι εκεί που τους βολεύει φεύγουν, κύριοι. Και εσύ μένεις με την απορία τι έγινε, ενώ τους βλέπεις να κολυμπούν προς μία άλλη Ευκαιρία, να την βγάζουν στη στεριά και να φεύγουν μαζί της. Ίσως κάποιοι από αυτούς απλώς αλλάζουν γνώμη και δεν είναι ότι πράγματι ήθελαν να σε εκμεταλλευτούν. Αυτοί, όμως, θα σου ζητήσουν μια συγνώμη. Θα σε κοιτάξουν στα μάτια και θα δεις την μετάνοια, τη θλίψη που τους προκαλεί η γνώση ότι σε πλήγωσαν. Αλλά ακόμα και αυτοί οι Αναζητητές δεν είναι οι πιο επικίνδυνοι, επειδή πράττουν σύμφωνα με το συμφέρον τους, κάτι το οποίο μπορείς να καταλάβεις, άρα και, αν όχι να προβλέψεις, τουλάχιστον να γνωρίζεις ότι είναι πιθανό.
Υπάρχουν, όμως, και άλλοι μη ειλικρινείς Αναζητητές. Κάποιοι που ενώ θέλουν να σε πιάσουν, είτε κάνουν πως είναι αδιάφοροι, είτε σε αποφεύγουν, όπως κάνουν εκείνοι που δεν θέλουν να σε πιάσουν. Αυτές τις περιπτώσεις, βέβαια, είναι δύσκολο να τις αναγνωρίσεις. Και, για την ακρίβεια, είναι καλύτερο να μην τις αναγνωρίσεις. Γιατί αν δεν τις αναγνωρίσεις, τότε απλώς θα νομίσεις ότι δεν σε ήθελαν. Μπορεί να απογοητευτείς, αλλά τι άλλο να κάνεις; Θα το αποδεχτείς. Ενώ αν καταλάβεις ότι σε θέλουν, θα δυσκολευτείς πολύ να καταλάβεις οτιδήποτε άλλο. Θα αμφισβητείς διαρκώς τον εαυτό σου, θα μπερδεύεσαι όλο και περισσότερο στην προσπάθειά σου να συμφιλιώσεις την αντίθεση πρόθεσης και πράξης του Αναζητητή. Και επειδή δεν υπάρχει κάτι το οποίο φαίνεται να κερδίζει ο Αναζητητής με αυτήν την ασυνεπή συμπεριφορά, σε παραπλανεί και νομίζεις οτι πρόκειται για αναποφασιστικότητα ή σύγχυση. Αυτοί, λοιπόν, είναι οι πιο επικίνδυνοι, επειδή ο αποκλειστικός τους σκοπός είναι να σε μπερδέψουν και για όσο θα τους ακολουθήσεις, θα κάνουν ό,τι χρειάζεται για να σε έχουν στο τόσο όσο: τόσο όσο να τροφοδοτούν το ενδιαφέρον σου και τίποτα παραπάνω.


Το Ποτάμι της Ευκαιρίας είναι ένα ορμητικό ρέμα, γεμάτο δίνες, γεμάτο από παρασυρόμενα βράχια και δέντρα. Γεμάτο Ευκαιρίες. Κάποιες φορές στέκεσαι στις όχθες του, ως Αναζητητής, και βλέπεις τις Ευκαιρίες που περνούν. Κάποιες φορές κολυμπάς στα νερά του, ως Ευκαιρία, και βλέπεις τους Αναζητητές στις όχθες.
Τα νερά του είναι επικίνδυνα. Και η επιλογή μόνο εν μέρει δική σου. Αναζητητής και Ευκαιρία είναι μία οντότητα.

Ο Αναζητητής κάνει την Ευκαιρία και η Ευκαιρία τον Αναζητητή.

Το αν και ποιες Ευκαιρίες και αν και ποιους Αναζητητές επιλέγεις σε καθορίζει.
Το αν και ποιες Ευκαιρίες και αν και ποιους Αναζητητές αφήνεις να σε επιλέξουν σε καθορίζει.
Το αν και ποιες Ευκαιρίες και αν και ποιους Αναζητητές απορρίπτεις σε καθορίζει.
Το αν και ποιες Ευκαιρίες και αν και ποιους Αναζητητές μπερδεύεις σε καθορίζει.

Αλλά αυτό που σε καθορίζει περισσότερο απ' όλα είναι οι λόγοι πίσω από αυτές τις επιλογές. Τα κίνητρά σου. Γιατί η επιλογή δεν είναι το σκέτο αποτέλεσμα μιας πράξης, αλλά και η διαδικασία με την οποία φτάνει κανείς εκεί.

Να το θυμάσαι αυτό όταν κάνεις τις επιλογές σου.

3.1.11

Η τελευταία σκέψη

Είτε αναγνωρίζει κανείς τη μοίρα, το πεπρωμένο και γενικότερα κάποια δύναμη που έχει την ιδιότητα να καθορίζει τα γεγονότα και την πορεία της ζωής μας, είτε όχι, όλοι γνωρίζουμε την αίσθηση ότι δεν έγινε αυτό που έπρεπε να γίνει ή, αλλιώς, ότι αυτό που έγινε δεν έπρεπε να γίνει. Τι πάει να πει, βέβαια, πρέπει να γίνει και δεν πρέπει να γίνει; Δεν με ενδιαφέρουν αυτήν την στιγμή οι φιλοσοφικές, επιστημονικές, νευροφυσιολογικές, νευροψυχολογικές, βιολογικές, λογοτεχνικές, θρησκευτικές και/ή άλλες πλευρές αυτού του ερωτήματος.

Αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι όλοι το νιώθουμε αυτό κάποια στιγμή. Ορισμένες φορές, μπορεί να θέλουμε κάτι τόσο πολύ που απλώς δεν μπορούμε να φανταστούμε την περίπτωση να μην γίνει. Κάποιες φορές, είναι απλά ότι συμβαίνει κάτι απίθανο, κάτι διαφορετικό από αυτό που περιμέναμε, που θεωρούσαμε ως αναμενόμενο, ίσως. Κάποιες φορές, απλώς συμβαίνει κάτι πολύ πολύ κακό και δεν είναι εύκολο να μην σκεφτούμε ότι τα κακά πράγματα δεν θα έπρεπε να συμβαίνουν.

Πριν από έξι χρόνια, πάντως, ήμουν σε ένα αυτοκίνητο που δεν έπρεπε να ήμουν. Ίσως ο λόγος που θεωρώ ότι δεν έπρεπε να ήμουν να είναι ότι δεν ήθελα να είμαι. Το ένστικτο και η κρίση μου μου έλεγαν ότι έπρεπε να μείνω μακριά από αυτούς τους ανθρώπους και εγώ τα παράκουσα. Όχι εθελοτυφλώντας, αλλά επειδή δεν ήθελα να αφήσω μόνη της τη φίλη μου, που δεν καταλάβαινε την πλευρά μου.

Θυμάμαι την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Θυμάμαι ότι ένιωσα το ίδιο το αυτοκίνητο να πανικοβάλλεται καθώς οι ρόδες του γύριζαν σαν τρελές, προσπαθώντας να πιάσουν πάνω στο τσιμέντο. Μάταια. Ενωμένοι στον ξαφνικό πανικό, το αυτοκίνητο κι εγώ, καρδιά και φρένα σφιγμένα στο τέρμα, παρακολουθήσαμε τους εαυτούς μας να βγαίνουν από την πορεία τους. Στα μισά της στροφής ήμαστε πάνω στη γραμμή που χωρίζει τα δύο ρεύματα και στο οπτικό μας πεδίο ένα λευκό αυτοκίνητο που δεν γνωρίζουμε τι έχει καταλάβει. Την επόμενη στιγμή ήμαστε πλέον στο αντίθετο ρεύμα και κατά πρόσωπο (κατά παμπρίζ, δηλαδή) με το λευκό αυτοκίνητο. Τα δύο αυτοκίνητα κοιτάχτηκαν, το ένα γεμάτο τύψεις, το άλλο έκπληκτο. Kαι τα δύο έντρομα. Εγώ μουδιασμένη από άρνηση.

Θυμάμαι την τελευταία μου σκέψη σαν να την έκανα πριν από λίγο. Θυμάμαι όλες μου τις σκέψεις που οδήγησαν σε αυτή σαν να έγιναν αμέσως πριν. Θυμάμαι πόσο ξεκάθαρη ήταν η εικόνα της ζωής μου. Θυμάμαι ότι υπήρχε μόνο ένα πράγμα για το οποίο μετάνιωνα εκείνη τη στιγμή. Υπήρχαν τόσα πράγματα που θα ήθελα να έχω κάνει και να έχω ζήσει και άλλωστε δύσκολα μπορεί κανείς να πει "έκανα αρκετά και δεν πειράζει που δεν θα κάνω κι άλλα", πόσο μάλλον όταν είναι μόλις δεκαοκτώ χρονών. Ωστόσο, υπήρχε μόνο ένα πράγμα που μου κόστιζε παραπάνω απ' όσο άντεχα. Είπα ότι ήταν το μόνο για το οποίο μετάνιωνα, αλλά δεν μπορείς να μετανοιώσεις για πράγματα που δεν εξαρτώνται από εσένα. Για πράγματα που δεν αποτελούν επιλογές σου.

Θυμάμαι το σκοτάδι.

Δεν χτύπησα, δεν έχασα τις αισθήσεις μου. Αλλά είχα μουδιάσει τόσο πολύ που για μια στιγμή δεν υπήρξα. Την στιγμή της σύγκρουσης, δεν ήμουν εκεί. Δεν ήμουν πουθενά. Τα σώμα μου ήταν βέβαιο ότι ερχόταν πολύς πόνος και ίσως και τίποτα άλλο και όταν είναι τέτοια η προοπτική υπάρχει ένας πολύ χρήσιμος μηχανισμός που μας κάνει να μην νιώθουμε, να μην σκεφτόμαστε. Είμαστε ότι κοντινότερο υπάρχει στο ζόμπι: ένα σώμα ζωντανό, αλλά ακατοίκητο.

Άκουσα το χαρακτηριστικό αναστεναγμό του γυαλιού που σπάει (κάθε γυαλί ζει τη ζωή του γνωρίζοντας πόσο εύθραστο είναι και πόσο πιθανό είναι επομένως να είναι αυτή η κατάληξή του). Άκουσα τη χαρακτηριστική δυσφορία του μετάλλου στην υπερπροσπάθειά του να μη λυγίσει κάτω από υπερβολική πίεση (όλα τα μέταλλα δέχονται μεγάλο πλήγμα στην αυτοεκτίμησή τους αν υποχωρήσουν, ανεξάρτητα του αν ήταν πέρα από τις δυνατότητές τους). Τα άκουσα αυτά, αλλά όπως ακούγονται από ένα διπλανό διαμέρισμα ή από την άλλη γραμμή του τηλεφώνου.

Το επόμενο που θυμάμαι, είναι η σταδιακή συνειδητοποίηση της συνειδητότητας. Προς μεγάλη μου απορία, βρήκα ένα μυαλό: το δικό μου. Με παραξένευσε αυτή η ανακάλυψη και με οδήγησε στην αναπόφευκτη απορία "τι είμαι;". Σαν να το διέκρινα μέσα από ένα πυκνό στρώμα ομίχλης μέσα στο μυαλό μου, άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι αντιλαμβάνομαι. Αργόσυρτα, δυσκίνητα, σαν να ανασύρονται από βαθύ πηγάδι αντί να δημιουργούνται στη στιγμή, σχηματίζονταν μία μία αυτοαποδεικνυόμενες σκέψεις, όλες σχετικές με τον εαυτό τους. Με αποστασιοποιήμενο, ακαδημαϊκό ενδιαφέρον παρακολούθησα τον ειρμό τους:

Σκέφτηκα ότι σκέφτομαι και σκέφτομαι, άρα υπάρχω κι αφού υπάρχω πρέπει κάπου να έχω κι ένα σώμα. Πανικόβλητα, έψαξα το σώμα μου. Εσωτερικά, στην αρχή, γιατί εξωτερικά δεν υπήρχε τίποτα ακόμα. Όπως κάποιοι αστέρες καταρρέουν στον εαυτό τους πριν εκρηχθούν σε κόκκινους γίγαντες, έτσι κι εγώ τη στιγμή της κρίσης κατέρρευσα μέσα στο μυαλό μου και τώρα ξανααναζητούσα το χώρο μου, τα τωρινά όριά μου, ελπίζοντας ότι ταυτίζονταν με τα προηγούμενα.

Μετά ένιωσα. Το σώμα μου ξαναϋπήρξε ξαφνικά στο μυαλό μου. Μπορούσα με το μυαλό μου να βρω τα χέρια και τα πόδια μου και σύντομα, μπορούσα να κουνηθώ και πάλι. Ταυτόχρονα, απότομα, κούμπωσα στον εαυτό μου σαν καπάκι: Ποπ.

Ήμουν πάλι εγώ, εδώ, τώρα, με ταυτόχρονη γνώση της ύπαρξης των άλλων, του αλλού, του πριν και του μετά.

Οι ώρες που ακολούθησαν ήταν γεμάτες πανικό.

Τις δύο επόμενες εβδομάδες, προσομοίωσα ένα άλλο μεταφυσικό ον, το φάντασμα. Δεν ήμουν ζόμπι γιατί είχα σκέψη, αλλά αυτή τη φορά η σκέψη ήταν αποσυνδεδεμένη από το σώμα. Ήταν σαν να είχε ξεκολλήσει το πνεύμα από το σώμα μου και μετά, ενώ είχε μπει θεωρητικά στο σωστό σημείο, δεν είχαν αποκατασταθεί πλήρως οι συνδέσεις. Το πνεύμα μου είχε καταλάβει το σώμα μου, αλλά δεν το είχε ανακτήσει.

Θυμάμαι ότι είχε κολλήσει στην επανάληψη η νοητή συσκευή αναπαραγωγής μου και έπαιζα ξανά και ξανά τη στροφή στο μυαλό μου. Σχεδόν πάντα ένιωθα ότι το αυτοκίνητο θα καταφέρει να πάρει τη στροφή και θα συνεχίσει το δρόμο του, αναστενάζοντας από ανακούφιση και μουρμουρίζοντας μία ντροπιασμένη συγνώμη στο λευκό συνάδελφο, που θα κατέβαζε τα φώτα του σεμνά, σαν να έλεγε δεν πειράζει, αρκεί που είμαστε καλά κι εμείς και οι άνθρωποί μας.

Αλλά το αυτοκίνητο ποτέ δεν ολοκλήρωσε την στροφή. Εγώ ποτέ δεν ολοκλήρωσα την στροφή. Άφησα εκεί τον εναλλακτικό, αναμενόμενο, "σωστό" εαυτό μου, ο οποίος σαν αερικό συνέχισε το δρόμο του και έφτασε σπίτι, αντί για μένα που πέρασα το βράδυ μου αγωνιώντας στον Γεννηματά.

Εκείνος ο δρόμος ήταν παραπάνω από ένας δρόμος. Εκείνη τη στιγμή, ο δρόμος ταυτίστηκε με τον δρόμο της ζωής μου. Κι όταν το αυτοκίνητο έφυγε από την πορεία του σε εκείνον το δρόμο, εγώ ξέφυγα και από μία ακόμα πορεία, εκείνη της ζωής μου. Το αυτοκίνητο έπρεπε να είχε στρίψει. Εγώ έπρεπε να είχα στρίψει.

Ίσως υπήρχε "σωστός δρόμος" τότε. Ίσως όχι. Από την άποψη του αποτελέσματος, δεν έκανε μεγάλη διαφορά.

Γιατί, έτσι κι αλλιώς, εκείνο το άτομο, που τόσο φοβήθηκε ότι θα χανόταν και που τόσο χάρηκε που παρέμεινε, χάθηκε. Ίσως έγινε εκείνη τη στιγμή, ίσως κάπου στην ευρύτερη χρονική περίοδο, πάντως σύντομα δεν υπήρχε πια και τώρα, πλέον, έχουν περάσει χρόνια που δεν υπάρχει.

Ή έχει μείνει μόνο το φάντασμα ή μόνο το πνεύμα του. Κι όμως, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα δύο. Στην πρώτη περίπτωση έχασα ένα κομμάτι του εαυτού μου που ταυτόχρονα ποτέ δεν θα μου επιστραφεί και πάντα θα είναι απαραίτητο για να είμαι πλήρης και άρα είναι βέβαιο ότι δεν έχω ελπίδα για κάτι τέτοιο. Στην δεύτερη περίπτωση, απελευθερώθηκα από ένα κομμάτι που με περιόριζε, όχι ακριβώς σαν κλουβί, αλλά όπως η δομή του πάγου δεν του επιτρέπει να περάσει από μια ρωγμή, ενώ οι υγρές και αέριες μορφές της ίδιας ουσίας μπορούν. Ήταν ένας περιορισμός λόγω φύσης.

Ίσως, λοιπόν, άφησα πίσω μια δομή που δεν με εξυπηρετούσε - όπως, περίπου, το φίδι αφήνει το δέρμα του - ώστε να δώσω χώρο και δυνατότητα σε κάποια άλλη δομή να αναπτυχθεί γύρω μου, μία με την οποία θα ενσωματωθούμε. Ίσως...

Αλλά, χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει και παραμένω ξενιστής στο σώμα μου, καλεσμένος στο μυαλό μου.

Και το μόνο που έμεινε από εκείνο το άτομο, από το "σωστό δρομό" που εκείνο το άτομο θεώρησε ότι έχασε και από εκείνην την "λάθος παράκαμψη" που θεώρησε ότι του κόστισε εκείνο το "σωστό δρόμο"... είναι εκείνη η τελευταία σκέψη.

Εκείνο το άτομο γνώριζε ότι ποτέ δεν ξέρεις πόσο χρόνο έχεις ακόμα. Και γνωρίζε, επίσης, ότι δεν μπορείς να το γλυτώσεις αυτό, ότι αναγκαστικά πρέπει να στοιχηματίζεις και στον χρόνο, γιατί τα περισσότερα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν ακριβώς όταν και όπως τα θέλεις. Όλα αυτά τα γνώριζε, αλλά η γνώση ότι δεν εξαρτιόταν από εκείνο, δεν άλλαζε το γεγονός ότι, αν πράγματι σταματούσε η ζωή του εκείνη τη στιγμή, θα είχε τελειώσει η ζωή του με μία σημαντική έλλειψη.

Χαίρομαι, φυσικά, για όσο χρόνο μου δώθηκε και μου δίνεται. Αλλά ζω με τη γνώση ότι όσος και να μου δωθεί, μπορεί κάλλιστα να μην αρκετός. Μπορεί κάλλιστα να ξαναβρεθώ στο ίδιο σημείο, χρόνια και χρόνια μετά από εκείνο το ατύχημα, και η τελευταία μου σκέψη να είναι η ίδια. Ήδη έχουν περάσει έξι χρόνια και δεν έχει αλλάξει κάτι. Και ακόμα δεν υπάρχει κάτι παραπάνω να κάνω. Δεν εξαρτάται από εμένα. Δεν είναι ακριβώς τυχαίο, γιατί η τύχη στις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις παύει να υπάρχει όταν αρχίζουν οι επιλογές.

Και τελικά αυτό είναι που με στενοχωρεί περισσότερο από όλα... το πόσο κακομεταχειρίζονται οι περισσότεροι άνθρωποι το χρόνο. Πόσο συχνά δεν τα υπολογίζουν όλα αυτά και προσπερνούν τις ευκαιρίες. Πόσο συχνά προσπερνούν εμένα.

Αλλά πώς να μην με προσπερνούν;

Αφού είμαι φάντασμα ή πνεύμα...

21.12.10

Επίλεκτοι

Υπάρχεις. Είσαι Εσύ. Βρίσκεσαι Εδώ. Διαβάζεις αυτές τις γραμμές. Έχεις σκεφτεί πόσα πράγματα έπρεπε να γίνουν, απλώς για να μπορέσεις να Υπάρξεις; Πόσα πράγματα έπρεπε να γίνουν για να είσαι Εσύ; Πόσα πράγματα για να βρίσκεσαι Εδώ; Πόσα πράγματα για να διαβάζεις αυτές τις Γραμμές;

Δεν ήταν πάντα έτσι ο Κόσμος. Δεν υπήρχαν πάντα Υπολογιστές. Δεν υπήρχε πάντα Γραφή. Δεν υπήρχε πάντα Γλώσσα. Δεν υπήρχαν πάντα Άνθρωποι. Δεν υπήρχες πάντα Εσύ.
Δεν υπήρχε πάντα αυτή η Ζωή, η ζωή του DNA. Δεν υπήρχε πάντα αυτό το κλίμα στη Γη. Δεν υπήρχε πάντα Γη. Δεν υπήρχε πάντα Ήλιος. Δεν υπήρχε πάντα Γαλαξίας.

Όλα αυτά υπήρξαν από το Τίποτα. Γιατί το Τίποτα δεν είναι απαραίτητα άδειο. Και το Tίποτα είναι γεμάτο. Από Δυνατότητες. Από Ευκαιρίες.

Και το Τίποτα έγινε Κάτι. Και έγιναν οι γαλαξίες και τα αστέρια κι ανάμεσά τους κι ο δικός μας Γαλαξίας και το δικό μας Αστέρι, ο Ήλιος. Και λέω ότι είναι "δικά μας", αλλά εννοώ ότι εμείς είμαστε δικοί τους. Κι έγινε κι η Γη και η Σελήνη. Κι εμφανίστηκε και η Ζωή. Κι οι Άνθρωποι και η Γλώσσα και η Γραφή κι οι Υπολογιστές κι Εσύ.

Συνειδητοποιείς πόσο πολύπλοκη και συγκεκριμένη είναι η διαδικασία με την οποία η Σελήνη γυρίζει γύρω από τη Γη, η Γη και η Σελήνη και όλοι οι άλλοι πλανήτες με τους δορυφόρους τους γύρω από των Ήλιο, Ο Ήλιος και η Γη και η Σελήνη και όλοι οι άλλοι πλανήτες με τους δορυφόρους τους και όλα τα άλλα ηλιακά συστήματα του Γαλαξία με τους πλανήτες και τους δορυφόρους τους γύρω από το Κέντρο του Γαλαξία;

Συνειδητοποιείς πώς μερικά μόνο υποατομικά σωματίδια συνδυάζονται για να σχηματίσουν όλα τα πρωτόνια και τα νετρόνια; Συνειδητοποιείς πώς οι διαφορετικοί συνδυασμοί ηλεκτρονίων, πρωτονίων και νετρονίων σχηματίζουν όλα τα χημικά στοιχεία, που όμως είναι τόσο διαφορετικά μεταξύ τους; Πόσο μοιάζει το οξυγόνο με το σίδερο στα δικά μας μάτια; Πόσο περισσότερο διαφορετικά θα μπορούσαν δύο πράγματα να φαίνονται στα μάτια μας, για να μας φαίνεται απίστευτο ότι φτιάχνονται από τα ίδια υλικά;

Κι έπειτα, οι διαφορετικοί συνδυασμοί αυτών των στοιχείων, φτιάχνουν τόσα άλλα πράγματα που πάλι φαίνονται εντελώς διαφορετικά. Κι έχουμε το ξύλο και το μάρμαρο, έχουμε τα πάντα. Έχουμε τη Ζωή. 12 άτομα υδρογόνου, 10 άνθρακα, 7 οξυγόνου και 1 φωσφόρου σε κατάλληλες θέσεις μεταξύ τους είναι αυτά που χρειάζονται για μία μονάδα DNA. Και με τέσσερις μόνο εκδοχές αυτής της μονάδας γίνονται αρκετοί διαφορετικοί συνδυασμοί ώστε να περικλείσουν τις αμέτρητες πληροφορίες που χρειάζονται και για τον πιο απλό οργανισμό.

Ξέρεις πόσα έπρεπε να γίνουν για να υπάρξεις; Από ένα μόνο τόσο δα μικρό κύτταρο έγινες όλος εσύ. Φανταστικοεκατομμύρια χημικές αντιδράσεις, μέσα σε πολύ συγκεκριμένα περιθώρια χρονισμού, για να πας από το ενα κύτταρο στα τρισεκατομμύρια που σε αποτελούν, σε απόλυτο συντονισμό μεταξύ τους. Αν δεν είχαν πετύχει όλα αυτά δεν θα είχες συναίσθηση της συνείδητότητάς σου, δεν θα κατανοούσες τη Γλώσσα, δεν θα αναγνώριζες τη Γραφή. Δεν θα μπορούσες να διαβάζεις και να καταλαβαίνεις και να επεξεργάζεσαι και να έχεις αποψη για αυτές τις Γραμμές.

Συνειδητοποιείς πόσο δύσκολη δουλειά είναι να υπάρχεις; Συνειδητοποιείς πόσες δουλειές γίνονται ασταμάτητα απλώς για να είσαι αυτό που είσαι, να είσαι εκεί που είσαι και τίποτα παραπάνω; Συνειδητοποιείς πόσα περισσότερα πρέπει να γίνουν για να αλλάζεις κάθε φορά αυτό που είσαι ή το πού είσαι; Συνειδητοποιείς πόσο ακριβή και σπάταλη κατασκευή είσαι; Συνειδητοποιείς πόσο ενέργεια καταναλώνεις, χωρίς να υπολογίσουμε πόση ενέργεια χρησιμοποιείς για τις τεχνολογικές, μηχανολογικές και άλλες προεκτάσεις σου;

Συνειδητοποιείς πόσα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν πάει διαφορετικά; Όσο πιο πίσω στο χρόνο πας, τόσο πιο μικρή αλλαγή θα χρειαζόταν για να κάνει της ίδιας τάξης διαφορά στο σήμερα.

Συνειδητοποιείς πόσο εξαρτήθηκες από ό, τι έχει ήδη συμβεί;

Συνειδητοποιείς πόσο εξαρτάσαι από ό, τι συμβαίνει γύρω σου;

Συνειδητοποιείς πόσο εξαρτάσαι ακόμα από ό, τι έχει ήδη συμβεί;

Θα μπορούσες κάλλιστα να μην έχεις υπάρξει. Αλλά υπήρξες.

Απλώς και μόνο το ότι υπήρξες ήταν ενάντια στις πιθανότητες. Μια μικρή διαφορά στη ζωή οποιουδήποτε προγόνου σου θα έσβηνε τη γραμμή του γενεολογικού δέντρου στην οποία ανήκες, θα σε έσβηνε από την εικόνα και δεν θα ήσουν πάρα μία αχρείαστη εναλλακτική πιθανότητα. Αλλά ακόμα και αν έφταναν να υπάρξουν μέχρι και οι γονείς σου, κάποιες αλλαγές στις συνθήκες θα μπορούσαν να τους κρατήσουν μακριά. Αλλά ακόμα και αν βρίσκονταν μαζί και έκαναν οικογένεια πάλι, ξέρεις πόσα διαφορετικά "παιδιά" θα μπορούσαν να είναι τη θέση σου; Μια μικρή, απειροελάχιστη διαφορά στις συνθήκες και κάποιος άλλος από τους αμέτρητους συνδυασμούς του γενετικού υλικού των γονιών σου θα είχε δώσει ζωή σε κάποιον άλλον άνθρωπο. Το ίδιο ισχύει για τους γονείς σου, τον καθένα χωριστά. Και τους γονείς των γονιών σου.

Έχει σημασία αν ήταν θεός, μοίρα, τύχη, τυχαιότητα ή οτιδήποτε άλλο; Έχει σημασία αν κάποιος ή κάτι σε επέλεξε "συνειδητά" ή αν η ύπαρξή σου ήταν απλώς θέμα πιθανοτήτων;

Κληρώθηκες.

Υπήρξες. Και η πορεία σου σε έφερε αυτή τη μέρα σ' αυτόν τον Υπολογιστή, στο Ίντερνετ, σ' αυτήν την Ιστοσελίδα. Αλλά ακόμα κι έτσι δεν αρκούν όλα αυτά.

Κι η δική μου ύπαρξη ήταν ενάντια στις πιθανότητες. Αμέτρητα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί διαφορετικά και θα οδηγούσαν στην μη δημιουργία μου.

Και πώς θα διάβαζες αυτές τις γραμμές όχι μόνο αν δεν είχα υπάρξει κι εγώ, αλλά και αν για οποιοδήποτε λόγο δεν τις είχα γράψει εξ αρχής;

Βλέπεις πόσο ενάντια στις πιθανότητες είναι αυτή η αλληλεπίδρασή μας;

Η ύλη είναι η εξαίρεση του κανόνα του κενού. Η ζωή είναι η εξαίρεση του κανόνα της ύλης. Η συνείδηση είναι η εξαίρεση του κανόνα της ζωής.

Βλέπεις πόσο είμαστε η εξαίρεση της εξαίρεσης;

Αν δεν υπήρχαν όλοι αυτοί οι κανόνες, δεν θα είχαν υπάρξει οι εξαιρέσεις τους. Και αυτή είναι η παραδοξότητα της ύπαρξής μας: Είμαστε τόσο α-πίθανοι που είναι δύσκολο να αποφασίσει κανείς αν είμαστε αποτέλεσμα λάθους... ή αν είμαστε επιλεγμένοι.

Μάλλον και τα δύο ταυτόχρονα. Ή ίσως τίποτα από τα δύο. Ή καλυτερα και τα δύο και τίποτα από τα δύο... ταυτόχρονα...

5.12.10

Ε, και;

Ωραία...

Ονειρευόσουν όταν ήσουν παιδί ότι θα γίνεις φωτογράφος και ξαφνικά έχεις ήδη μεγαλώσει και δουλεύεις (σκοτώνεσαι, καλύτερα) σε μια εταιρία κάνοντας κανείς δεν ξέρει τι.

Ονειρευόσουν να μπεις στη νομική/ιατρική/πληροφορική/... από πάντα και βρίσκεσαι τρίτη φορά να δίνεις αυτές τις χαζές πανελλήνιες.

Ονειρευόσουν να μπεις στην νομική/ιατρική/πληροφορική/... έδωσες τρεις φορές αλλά δεν πέρασες, τελικά τελείωσες μια απ' τις άλλες, άσχετες σχολές που πέρασες, έδωσες δύο φορές κατατακτήριες, πέρασες (ίσως έπαιξε και κάποιο ρόλο που ο θείος σου μίλησε σε έναν γνωστό του στο πανεπιστήμιο), μόνο και μόνο για να ανακαλύψεις μια πολύ δυσάρεστη αλήθεια που κανείς δεν σου είχε πει: ότι το πανεπιστήμιο είναι μια ανοργάνωτη και πολιτικοποιημένη κοροϊδία από συμφέροντα.

Ονειρευόσουν να πιάσεις δουλειά με το που θα γίνεις δεκαοχτώ, ότι θα ανεξαρτητοποιηθείς από την δεύτερη μέρα που θα ζεις ως ενήλικας και νά 'σαι, είκοσι, εικοσιπέντε, τριάντα, ακόμα ζεις με τους γονείς σου, ακόμα σπουδάζεις, ακόμα δεν ξέρεις τι θα κάνεις, ακόμα δεν καταλαβαίνεις πώς λειτουργούν τα πράγματα.

Ονειρευόσουν να πάρεις δίπλωμα οδήγησης με το που θα ενηλικιωθείς, αλλά να που είσαι είκοσι, εικοσιπέντε, τριάντα κι ακόμα εξαρτάσαι από συγκοινωνίες, φίλους και ταξί κι η βενζίνη όλο ανεβαίνει.

Ονειρευόσουν το μέλλον σου με λεφτά όχι λόγω μαφίας ή φήμης, αλλά λόγω καλής δουλειάς και τώρα βλέπεις τα χρέη στις τρεις πιστωτικές σου κάρτες να χτίζονται.

Ονειρευόσουν να έχεις διαφορετική γκόμενα/γκόμενο κάθε μήνα και με το ζόρι έχεις έναν το χρόνο.

Ονειρευόσουν να βρεις έναν άνθρωπο ξεχωριστό, με τον οποίο θα καταλαβαινόσαστε, αλλά οι ξεχωριστοί άνθρωποι που συνάντησες δεν ήθελαν εσένα και αυτοί που ήθελαν εσένα δεν ήταν ξεχωριστοί.

Ονειρευόσουν το ένα ή το άλλο και όχι τίποτα τρελό, μόνο πράγματα λογικά, που οι άνθρωποι γύρω σου δεν μπήκαν στον κόπο να σου προειδοποιήσουν ότι δεν γίνονται, ακριβώς επειδή είναι λογικά, ενώ ο κόσμος είναι συνήθως παράλογος.

Ε, και;

Και τι θα κάνεις τώρα; Ποιο το νόημα να χτυπάς το πόδι κάτω και να λες με παράπονο "αλλιώς μου είπαν ότι θα είναι τα πράγματα ";

Σου είπαν ψέματα. Είτε σκόπιμα, είτε από αμέλεια, είτε από βλακεία, είτε από ευσεβείς πόθους, σου είπαν ψέματα. Οι γονείς σου που σου έλεγαν να μην βγεις με τους φίλους σου, αλλά να κάτσεις να διαβάσεις, γιατί αυτό είναι το καλό για το μέλλον σου σου είπαν ψέματα. Οι γονείς σου που σε σταμάτησαν απ' το χορό την χρονιά που έδινες πανελλήνιες για να συγκεντρωθείς στις εξετάσεις, γιατί έτσι θα αποδώσεις καλύτερα, σου είπαν ψέματα.

Οι καθηγητές που σου έλεγαν ότι είναι καλύτερο να μην μπεις στην σχολή που θες, αλλά σε κάποια "καλύτερη" (δηλαδή με υψηλότερη βάση) γιατί έτσι δεν θα πάει χαμένος ο βαθμός σου, σου είπαν ψέματα. Οι καθηγητές που σου έλεγαν πόσο καλές σχολές είναι η ιατρική ή η νομική σου είπαν ψέματα. Οι καθηγητές που σου έλεγαν ότι στο πανεπιστήμιο είναι αλλιώς τα πράγματα, πρέπει να κοιτάς την ουσία και να είσαι ξύπνιος και όχι να παπαγαλίζεις, σου είπαν ψέματα.

Οι προϊστάμενοι που σου έλεγαν ότι έτσι θα το θυμούνται ότι έκανες υπερωρίες πάνω στις υπερωρίες, απλήρωτες, βέβαια, και μετά έδωσαν την προαγωγή στο βαφτισιμιό τους, σου είπαν ψέματα.

Όλοι αυτοί που σου είπαν ότι η εξυπνάδα και η εργατικότητα αμοίβονται, σου είπαν ψέματα. Γιατί όχι μόνο δεν αμοίβονται, αλλά τιμωρούνται κι όλας. Αν αρχίσουν να αμοίβονται οι έξυπνοι και οι εργατικοί δεν είναι σίγουρο ότι θα μείνει χώρος για όλους τους γιους, τους ξαδέρφους, τις θείες, τους γκόμενους, τις κολλητές των βουλευτών, των δημάρχων, των αντιδημάρχων, των δημοτικών συμβούλων, των τραγουδιστών, των τηλεπαρουσιαστών, του οποιουδήποτε έχει την παραμικρή δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τη θέση του για να "βολέψει" άλλους.

Όλοι αυτοί που σου έλεγαν ότι η εξυπνάδα και ομορφιά εκτιμώνται σου είπαν ψέματα. Γιατί όχι μόνο δεν εκτιμώνται, αλλά τιμωρούνται κι όλας. Δεν υπάρχει χώρος για αυτά, αφού οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να αλληλοϋποτιμούνται και να θεωρούν τους εαυτούς τους αξιωματικά και δικαιωματικά καλύτερους από όλους τους άλλους. Χαλάς την πιάτσα, πώς το λένε.

Όλοι αυτοί που σου έκαναν μαθήματα ηθικής, να κάνεις το σωστό, να είσαι δίκαιος, να έχεις αξιοπρέπεια και θα σου ανταποδωθεί σου είπαν ψέματα. Αν συμπεριφέρεσαι σωστά, οι άλλοι θα σου συμπεριφέρονται ακόμα χειρότερα. Αν παίζεις δίκαια, απλώς θα κερδίσει αυτός που έκλεψε. Ένας από όλους τους υπόλοιπους που έκλεψαν. Κάποιες φορές ούτε καν αυτός που έκλεψε καλύτερα, αλλά αυτός που έκλεψε και είχε και μέσο. Δεν χωράει η ηθική, το σωστό, το δίκαιο, η αξιοπρέπεια στον κόσμο γύρω σου.

Ε, και;

Σου είπαν ψέματα. Τώρα τουλάχιστον ξέρεις αυτό το κομμάτι της αλήθειας. Και τώρα υπάρχει μια επιλογή που πρέπει να κάνεις. Πρέπει να επιλέξεις ποιον δρόμο θα ακολουθήσεις. Θα ακολουθήσεις το παραδειγμά τους; Θα αρχίσεις να λες κι εσύ ψέματα στον εαυτό σου και στους άλλους; Θα αρχίσεις να κλέβεις και να υποκρίνεσαι "αφού έτσι κάνουν όλοι" κι "αφού αλλιώς δεν έχεις στον ήλιο μοίρα"; Θα βοηθήσεις κι εσύ σ' αυτή διαιώνιση;

Η αξιοπρέπειά σου είναι το μόνο πράγμα που σου ανήκει πραγματικά και είναι και το μόνο πράγμα που αξίζει να έχεις. Η Βάλερι το είπε πολύ καλύτερα από εμένα στο V for Vendetta.

Βρες την αξιοπρέπειά σου. Ξέχνα τα ψέματα και κράτα μόνο την αλήθεια. Ξέχνα αυτά που δεν έγιναν όταν έπρεπε να γίνουν. Δες το τωρα. Έλα στο τώρα. Βρες την αλήθεια αυτού του τώρα και κάνε καινούρια όνειρα.

Αλλά μην περιμένεις να σε βοηθήσει τίποτα και κανένας. Θα πρέπει να συνηθίσεις να ακούς "δεν γίνεται" και "δεν μπορείς" και "δεν αξίζεις" και "δεν είσαι αρκετά καλός". Θα πρέπει να μάθεις να τα αγνοείς. Γιατί είναι δικαιολογίες. Συνήθως, είναι απλώς εκτός θέματος.

Ε, και;

Μόνο έναν σε έναν άνθρωπο είσαι υπόλογος. Μόνο σε έναν άνθρωπο είσαι υποχρεωμένος. Μόνο σε έναν άνθρωπο λογοδοτείς.

Για τον εαυτό σου, μόνο, πρέπει να θες να είσαι, να γίνεσαι και να κάνεις ό, τι καλύτερο μπορείς. Και πώς θα το κάνεις αυτό; Δεν ξέρω.

Βρες τρόπο.

Δεν είναι διαταγή αυτό, ούτε ειρωνία. Δεν είναι αδιαφορία ή υπεροψία.

Είναι παράκληση.

Βρες τρόπο.

Κι αν βρεις έναν έλα να μου τον πεις κι εμένα. Κι αν βρω κάποιον πρώτα, θα είσαι από τους πρώτους που θα το μάθουν.


30.11.10

Dream


Ι flew in my sleep last night.
I flew fast and high, hard and effortlessly.

I was running away from someone but not out of cowardice. I was trying to outrun them, to reach their destination first. Because I wanted to protect the woman and the child that was their prey.



The world beneath me was in pieces. The buildings were half destroyed. And it was a peculiar thing, discovering and creating the world at the same time. For some things I did create in order to make things easier for me or more difficult for her, the hunter. But other things were there before me, and one of those things was what I was in search of. A building of crimson, taller than any other, even though I was already unable to make out the bottom of this city.




And there it was, and I could hear her yell of triumph and rage, not too close, thankfully, but still quite clear, as she spotted the unmistakable crimson building.





But I was first, and I had some time to get prepared for her. I went through a closed window, as if I was immaterial. But that was exactly what I was, an immaterial idea and nothing more... or less. Half-demolished walls, furniture to pieces, huge holes on the floors, the whole building was falling apart. I moved downwards through the destruction, climbing and jumping and crawling more than walking, until I found her a few levels lower. The beautiful, black woman was scared but composed. I saw her mother next, standing closely behind her; I hadn't expected to see her here, as well. They knew what I was and accepted me, even though I scared them just as much as the hunter that was coming. But my attention quickly turned to the young girl, not more than nine or ten perhaps, hovering uncertainly in the doorway; the reason for all of this.

She looked questioningly at her mother and grandmother, both of whom nodded. So they had explained to her what was going on. I marveled at her, as she came closer to me. She hugged me and I hugged her back, overwhelmed by the relief that was washing over me. I had found her. The burden of my promise to her father lifted slightly, even though only half of it was fulfilled. She was so beautiful that it made me hurt. But then time was up. The hunter was here.

I told them what to do, where to go, to find the others who could protect her. They were the defense, I was the offense. And so they hided and waited for me to engage my dark equal in a fight of both mind and body, both heart and soul. And we maneuvered in space and words, and I misled her, I made her concentration fail for only a moment, a moment that was enough for the women to leave the building without her noticing. By the time she realized my manipulation, they were safely away. She couldn't touch them. I didn't fight her long after that. I hadn't wanted to fight with her in the first place. So, I found a way to escape from the fight and get rid of her, at least until I had to face her again. Maybe someday I'd have to deal with her once and for all, but that wasn't that day. Not yet.

He was waiting for me exactly as we had said he would. I didn't have to say anything; he could see the success in my eyes as plainly as if it was written in them. He hugged me and thanked me so fervently that my eyes welled up. His relief was mirrored in mine. I had kept my promise. I had done it. He had trusted me and I had proven myself worthy of that trust. How often could that be said by me or anyone else?

Only one thing stood in the way now, one truth. One simple truth that I had intentionally hidden until then. And that was my one last chance to bring it to light. My sudden fear and despair in the prospect, evaporated just as fast as they were created, the moment I looked up and met his gaze.

It didn't matter. It didn't make a difference. He knew.

18.11.10

Εγγυήσεις


Θέλω να το πω μια και καλή - να το βγάλω από πάνω μου μια και καλή - και σας παρακαλώ θερμά να μην με υποχρεώσετε να το επαναλάβω. Τώρα που το σκέφτομαι, σας παρακαλώ εσείς να επαναλάβετε αυτό που θα πω. Please, repeat after me:

Στη ζωή δεν υπάρχουν εγγυήσεις.
Στη ζωή δεν υπάρχει ασφάλεια.

Δεν. Υπάρχουν. Εγγυήσεις.
Δεν. Υπάρχει. Ασφάλεια.

Υπάρχει μόνο η ψευδαίσθηση της εγγύησης και η ψευδαίσθηση της ασφάλειας που προκύπτουν από την υπερεκτίμηση του λόγου και της ύλης.

Ακούω τους ανθρώπους να δίνουν κάτι υποσχέσεις... που δεν είναι δικές τους για να δώσουν. «Θα σε αγαπώ για πάντα». «Δε θα σε αφήσω ποτέ». «Θα είμαστε για πάντα μαζί». Αναπόφευκτα, κάποια στιγμή αργότερα, ακολουθούνται από τις κατηγορίες «είχες πει ότι θα με αγαπάς για πάντα», «είχες πει ότι δεν θα με αφήσεις ποτέ», «είχες πει ότι θα είμαστε για πάντα μαζί».

Μην υπόσχεστε υποσχέσεις που δεν μπορείτε (όσο και να το θέλετε) να ξέρετε αν μπορείτε να τηρήσετε. Μην δέχεστε να σας υπόσχονται υποσχέσεις που δεν μπορούν (όσο και να το θέλουν) να ξέρουν αν μπορούν να τηρήσουν.

Μην έχετε ανάγκη για κενές επιβεβαιώσεις. Μην ρωτάτε «δεν θα με πληγώσεις ποτέ, έτσι;». Μην δέχεστε να σας λένε «όλα θα πάνε καλά».

Να μιλάτε για το τώρα, για αυτό που περνάει από το χέρι σας. Να λέτε «δεν ξέρω» όταν δεν ξέρετε, αλλά και να δηλώνετε αυτά που ξέρετε. Να λέτε «σ’ αγαπώ», όταν ισχυεί, να λέτε «θα προσπαθήσω» ή «θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ», αν σκοπεύετε να κάνετε κάτι τέτοιο.

Να αποδέχεστε την ύπαρξη διαφορετικών εκδοχών. Να αποδέχεστε ότι τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν ή να μείνουν ίδια. Σε κάθε περίπτωση, τα πράγματα μπορεί να έρθουν διαφορετικά απ’ ό,τι τα περιμένουμε και/ή θέλουμε.

Να προσπαθείτε να πλησιάσετε τον εαυτό σας. Μόνο αν προσπαθείτε διαρκώς να καταλάβετε τον εαυτό σας, τα λόγια σας θα έχουν αντίκρυσμα.

Αλλά όχι απλά να προσπαθείτε να μην πληγώνετε τους άλλους. Να μην θέλετε να πληγώνετε τους άλλους.

Και, κυρίως, ποτέ μα ποτέ μην λέτε κάτι που δεν το εννοείτε. Ποτέ μα ποτέ μην λέτε κάτι που δεν ισχύει ούτε εκείνη τη στιγμή που το λέτε.

Ο κόσμος καταστρέφεται λίγο ακόμα κάθε φορά που κοιτάτε στα μάτια έναν άνθρωπο και του λέτε πράγματα - είτε θετικά είτε αρνητικά - που δεν τα εννοείτε.

Σκεφτείτε. Γιατί όλοι ψάχνουμε επιβεβαιώσεις και εγγυήσεις; Επειδή περνάμε τόσο μεγάλο μέρος του χρόνου μας παραπλανώντας ο ένας τον άλλον.

12.11.10

Let('s) go


Και να που βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ένα δίλημμα...

Πρέπει να τρέξεις. Πρέπει να τρέξεις γρήγορα, πολύ γρήγορα, όσο πιο γρήγορα μπορείς. Όχι για να αποφύγεις, αλλά για να προλάβεις. Υπάρχει ένα τρένο κάπου μπροστά, φορτωμένο με τα όνειρά σου στο πρώτο βαγόνι, τις δυνατότητές σου στο τελευταίο.

Αλλά έχεις ένα βαρύ σάκο στους ώμους. Με πράγματα που έχουν μεγάλη σημασία για σένα, παρ' ολο που το μόνο που σου έχουν δώσει μέχρι τώρα, εκτός από το βάρος τους, είναι τη συναισθηματική ικανοποίηση που νιώθεις απλώς και μόνο επειδή τα έχεις μαζί σου. Κανονικά θα είχαν κάτι να σου προσφέρουν. Γι' αυτό δέθηκες μαζί τους, για τα πόσα είχατε να προσφέρετε ο ένας στον άλλον. Αυτά θα σου έδιναν την ειδικότητά τους κι εσύ την ευκαιρία να την εξασκήσουν.

Αλλά το ρολόι που σε γοήτευσε αποφάσισε να μην δείχνει την ώρα για σένα. Η πυξίδα που ξεχώρισες αποφάσισε να μην σου δείχνει το βορρά. Ο χάρακας που θαύμασες έκρυψε τις υποδιαιρέσεις του, τα τούβλα που σε εντυπωσίασαν δεν δέχονται να κάτσουν το ένα πάνω ή δίπλα στο άλλο.

Δεν θα τους ήταν τίποτα το να κάνουν αυτά για τα οποία προορίζονταν. Δεν περίμενες κάτι παράλογο ή υπερβολικό ή αδύνατο από αυτά. Περίμενες να είναι αυτό είναι, αυτό που είπαν τα ίδια ότι ήθελαν.

Περίμενες το ρολόι να συνεχίσει να δείχνει την ώρα, όπως έκανε όταν το πρωτοβρήκες, όπως το ίδιο είπε ότι θα ήθελε να κάνει για σένα αν το έπαιρνες μαζί σου. Είχατε χαρεί και οι δύο τότε που είχατε βρει ο ένας τον άλλον. Ή τουλάχιστον αυτή την εντύπωση σου έδωσε. Το ίδιο έγινε και με την πυξίδα. Είχατε συζητήσει ώρες ολόκληρες για το πόσα θα μπορούσατε να πετύχετε μαζί. Εσύ θα έβαζες τους προορισμούς και η πυξίδα τον τρόπο να τους φτάσετε. Ακόμα θυμάσαι πόσο χάρηκαν κάθε ένα από τα πράγματα που κουβαλάς όταν αποφασίσατε να συμπορευτείτε.

Όταν τα συνάντησες σε εκτίμησαν, σε θαύμασαν, σε ξεχώρισαν ακριβώς όπως κι εσύ αυτά. Αλλά όλα αυτά σταμάτησαν να ισχύουν από τη στιγμή που τα πήρες μαζί σου. Δεν ξέρεις γιατί, αλλά σταμάτησαν να είναι αυτό που είναι. Αρνούνται να είναι αυτό που είναι. Δεν είναι ότι δεν μπορούν, ότι κουράστηκαν, ότι σταμάτησες να τα εκτιμάς, να τα θαυμάζεις. Εκείνα σταμάτησαν να σε εκτιμούν, να σε θαυμάζουν. Να σε σέβονται.

Αλλά εσύ τα κουβαλάς. Γιατί δεν θέλεις να τα αφήσεις. Γιατί θέλεις να τα έχεις μαζί σου. Ίσως γιατί έχεις την ελπίδα ότι μπορεί κάποια στιγμή να σε εκτιμήσουν ξανά. Ίσως, ακόμα και χωρίς την ελπίδα, απλώς δεν θα μπορούσες να τα αποχωριστείς λόγω αυτών που συμβολίζουν. Ίσως νιώθεις ότι είναι προδοσία, έστω κι αν εκείνα δεν σε υπολογίζουν, το να τα παρατήσεις στη μέση του πουθενά, απλώς επειδή θα σου είναι πιο εύκολο να περπατάς χωρίς αυτά.

Σε κάνει αυτό ανόητο; Το να είσαι πιστός;
Και θα σε κάνει αυτό συνετό; Το να αποσυνδεθείς;

Δεν είναι ανοησία να θυμάσαι, να πιστεύεις σε κάτι που υπήρξε κάποια στιγμή. Είναι ανοησία, όμως, να μην αναγνωρίζεις ότι δεν υπάρχει πια. Κι αν δεν υπάρχει πια, τότε στην ουσία δεν το έχεις για να το αφήσεις. Σε έχει ήδη αφήσει εκείνο.

Και τελικά τι είναι πιο δύσκολο να αφήσεις πίσω; Τον σάκο ή την ελπίδα ότι μπορεί λίγο πιο κάτω να αποδειχθεί ότι δεν ήλπιζες μάταια; Τον σάκο ή την αγάπη σου για αυτόν; Τον σάκο ή τον εαυτό σου που ορίζεται από αυτήν την αγάπη;

Αυτά ακριβώς πρέπει να αφήσεις, λοιπόν: Την ελπίδα, την αγάπη σου και τον εαυτό σου που ανήκει σε αυτήν.

Ο δρόμος της εξέλιξης θέλει ταυτόχρονα προσπάθεια και παύση προσπάθειας. Πρέπει να προσπαθήσεις, πρέπει να τρέξεις, αλλά πρέπει να σταματήσεις να παλεύεις, να σταματήσεις να πολεμάς τη φυσική σου πορεία. Γιατί η προσπάθεια, το τρέξιμο είναι η φυσική σου πορεία και, όσο κρεμιέσαι από τα λουριά του σάκου σου τόσο όσο ο σάκος κρεμιέται από τους ώμους σου, πας αντίθετα σε αυτήν. Πρέπει να αφεθείς. Πρέπει να σταματήσεις, όπως έχεις δυστυχώς εκπαιδευτεί, να προσπαθείς να κρατηθείς από χαμένες προοπτικές. Γιατί μέχρι τώρα, όσο πιο πολύ η φυσική σου αντίδραση είναι να κατεβάσεις το σάκο, τόσο πιο πολύ πανικοβάλλεσαι και τον σφίγγεις ακόμα πιο σφιχτά.

Γιατί; Τι σε φοβίζει στο να κατεβάσεις το σάκο των χαμένων προοπτικών από την πλάτη σου; Τι φοβάσαι στο να αφήσεις κάτι που δεν έχεις; Τι φοβάσαι στο να κάνεις αυτό που είναι καλό για σένα;

Την αλλαγή. Φοβάσαι να γίνεις ο διαφορετικός άνθρωπος που θα είσαι απλώς και μόνο αφού πάρεις την επιλογή να τον αφήσεις πίσω. Φοβάσαι το κάθε βήμα που θα σε απομακρύνει όλο και περισσότερο, που θα σε κάνει όλο και πιο διαφορετικό άνθρωπο. Γιατί θα αλλάξεις αν τον αφήσεις πίσω, αυτό είναι σίγουρο. Προς το καλύτερο ή το χειρότερο ποιος μπορεί να ξέρει, ποιος είναι σε θέση να κρίνει; Πόσο συχνά μία αλλαγή είναι απόλυτα προς το καλύτερο ή το χειρότερο; Η ζωή δεν είναι μονοδιάστατη, δεν πάει μόνο προς δύο κατευθύνσεις.

Και γιατί φοβάσαι αυτήν την αλλαγή; Δεν είναι μόνο ο φόβος του αγνώστου που σε κρατάει εδώ. Είναι και ότι δεν νιώθεις έτοιμος να αντιμετωπίσεις, να αναγνωρίσεις την αποτυχία, τη λήξη μιας ιστορίας. Δεν νιώθεις έτοιμος να αποδεχτείς ότι δεν υπάρχει συνέχεια, δεν υπάρχει τίποτα άλλο να μπορεί να γίνει.

Το δίλημμα άρα έχει ως εξής: Να κρατήσεις το σάκο; Να μείνεις ίδιος και στοιχειωμένος από τα φαντάσματα των χαμένων προοπτικών του χτες με την ελπίδα ότι μπορεί να μην έχουν χαθεί οριστικά και με το κόστος ότι θα σου είναι πολύ πιο δύσκολο να προλάβεις το τρένο που τρέχει μπροστά σου; Ή να αφήσεις το σάκο; Να αφεθείς να εξελιχθείς σε μία άγνωστη, καινούρια, αυριανή έκδοση του εαυτού σου με άλλες, μη σπαταλημένες και μη κουρασμένες προοπτικές και με καλύτερες πιθανότητες να τις προφτάσεις; Και τα δύο είναι εξίσου άυλα. Και τα δύο είναι εξίσου αβέβαια.

Αλλά, όσο κι αν φοβάσαι, όσο κι αν θέλεις, όσο κι αν αγαπάς τον σάκο σου, όσο κι αν θέλεις να ελπίζεις… ξέρεις ποια είναι η απάντηση. Δεν υπάρχει δίλημμα στην πραγματικότητα. Το δίλημμα είναι αποτέλεσμα της ανάγκης σου να νομίζεις ότι έχεις επιλογές. Αλλά ο δρόμος είναι μονόδρομος.




Πρέπει να τρέξεις. Και πρώτα πρέπει να αφεθείς.






Άσε το σάκο. Βγάλε το περιττό βάρος από τους ώμους σου. Άσε τα φαντάσματα. Και τρέξε. Τρέξε πιο γρήγορα απ' όσο έχεις τρέξει ποτέ, πιο γρήγορα απ' όσο θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς ότι είναι δυνατό. Τρέξε να βρεις το τρένο των καινούριων δυνατοτήτων σου.









Let go...


and let's go.







Και θα σε δω στο τρένο…