Pages

31.10.11

Μιας κατεύθυνσης

Δεν είναι πολλά τα πράγματα που αντιπαθώ. Τα φιμέ τζάμια πάντως ανήκουν στην λίστα. Για αρκετό καιρό δεν ήμουν σίγουρη γιατί. Απλώς συνειδητοποίησα κάποια στιγμή ότι όταν έβλεπα ένα αυτοκίνητο με φιμέ τζάμια να περνάει, τα φρύδια μου αυτόματα έσμιγαν. Ως σωστός υποστηρικτής της επιστημονικής μεθόδου, διερεύνησα διεξοδικά το φαινόμενο.
Καθώς τα φιμέ τζάμια είναι συνήθως προνόμιο ακριβών... τιμονιών, θα ήταν ένα εύκολο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για φθόνο ή αντιπάθεια προς τα τσουχτερής τιμής οχήματα. Ωστόσο, όποιος με γνωρίζει, θα έχει ήδη γελάσει, γιατί ξέρει πόσο αστεία θα ήταν αυτή η υπόθεση.
Μετά από προσεκτική παρατήρηση, διέγνωσα το πρόβλημα. Το διέγνωσα κοιτώντας την αντανακλασή μου στα μαύρα γυαλιά ενός συνομιλητή μου, στη θέση που θα έπρεπε να βλέπω τα δικά του μάτια: Είναι το τι εκφράζει αυτή η μιας κατεύθυνσης αλληλεπίδραση. Το πρόβλημά μου είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της εποχής που αντανακλώνται στα σκοτεινά τζάμια.

Γιατί αυτή είναι η εποχή μας.

Η εποχή του φιμέ. Η εποχή του μονόδρομου. Η εποχή που ο διάλογος είναι δύο παράλληλοι, ανεπηρέαστοι μονόλογοι. Η εποχή της απομόνωσης. Η εποχή της «μεγιστοποίησης του κέρδους» και άρα του όσο γίνεται περισσότερου «λαβείν», με όσο γίνεται λιγότερο «δούναι». Η εποχή της «εταιρίας» και των «εταίρων», ημετέρων και υμετέρων, η εποχή του Εγώ, του κάθε εγώ.
Η εποχή της αποστείρωσης. Χειρουργικών εργαλείων, χεριών, επιφανειών, μυαλών.
Η εποχη του προγραμματισμού. Υπολογιστών, μηχανημάτων, ανθρώπινων σχέσεων.
Η εποχή της μαζικής παραγωγής. Τροφών, τέχνης, ανθρώπων.
Η εποχή της προσφοράς και της ζήτησης, η εποχή της οποίας το κυρίαρχο όραμα είναι εκείνο της «ελεύθερης» αγοράς. Η αξία όλων των αγαθών και των υπηρεσιών και των ιδεών να καθορίζεται από την «αγορά». Αν κανείς δεν θέλει να σε πληρώσει (για την ακρίβεια αν δεν τον έχει «πείσει» το ψεύτικο χαμόγελό σου και το μαρκετινίστικό σου πλασάρισμα ηλίθιων σλόγκαν) τότε δεν αξίζει αυτό που προτείνεις. Κι αν κάποιος θέλει να πληρώσει, ακόμα κι αν είναι χιλιάδες ευρώ για ένα μαγικό λυχνάρι στο e-bay, τότε αυτό αρκεί για την «αγορά».
Αυτή είναι... η εποχή του «μπίζνες» και του «μάρκετιγκ», της «διοίκησης επιχειρήσεων» και της «καριέρας».
Λεφτά από λεφτά, χωρίς αντίκρυσμα ή νόημα.
Η εποχή των δεικτών. Δείκτης του χρηματιστηρίου, της ανάπτυξης, της ανεργίας, του ρολογιού.
Η εποχή του γρήγορου και του εύκολου. Φαγητό, σεξ, φίλοι, όλα στα γρήγορα και στα εύκολα. Αφού δεν υπάρχει χρόνος, και επένδυση είναι μόνο αυτό που γίνεται με λεφτά, μετοχές και ακίνητα. Γιατί να έχουμε χρόνο για την οικογένεια, τους φίλους μας; Για τους ανθρώπους; Γιατί να έχουμε χρόνο για τα παιδιά μας; Τα παρατάμε δεξιά κι αριστερά σε παιδικούς σταθμούς, νταντάδες, φτάνουν να μπερδεύονται ποιος τα μεγαλώνει. (Αναγκαστικά, μερικές φορές, γιατί πώς να μεγαλώσεις παιδί πια αν δεν δουλεύουν και οι δύο γονείς;)

Η εποχή της τεχνοκρατίας, η εποχή που κατήγγειλε τις αξίες και όρισε τιμή για όλα. Η εποχή της «εμπορευματοποίησης». Όλα πουλιούνται. Υλικά και άυλα και κυρίως η ανθρωπιά. Συσκευάζεται σε πακέτα οίκτου, αγοράζεται και πουλιέται από τα «μίντια» που τρίβουν τα χέρια τους βλέποντας πόσο αυξάνεται η θεαματικότητα όταν βάζουν ένα ορφανό παιδί ή έναν ανάπηρο να τραγουδήσουν ή να χορέψουν κόγκα. Οίκτος που καλύπτει με επιμέλεια την ναρκισσιστική ανακούφιση της πιο προσβλητικής παρηγοριάς, εκείνης του «Υπάρχουν και χειρότερα». Οίκτος που θα έπρεπε να είναι συμπόνοια και ενδιαφέρον, που να σκοπεύουν μάλιστα να μετουσιωθούν σε πράξεις.

Η ψυχή μας, όμως, ούτε καν πουλιέται. Μπαίνει εκ των προτέρων ενέχυρο κι αν δεν πετύχει ο «τζόγος», δεν πειράζει. Απ΄ ό, τι φαίνεται έχουμε πολλές ψυχές για να τις θυσιάζουμε απλόχερα στο βωμό της ηλιθιότητας.

Η εποχή που ο ορθολογισμός εξακολουθεί να λέγεται ιεροσυλία, αλλά και η ηθική έχει ονομαστεί δογματικότητα για ανόητους ρομαντικούς.

Η εποχή που δεν υπάρχει ποιότητα, μόνο ποσότητα, ποσότητα, ποσότητα. Ένας αυτοανανεούμενος καρκίνος στην εργασία, χωρίς λειτουργικότητα, δημιουργικότητα, πραγματική πρόοδο και ομορφιά.
Η εποχή της «παραγωγικότητας» και της «ανταγωνιστικότητας».

Η εποχή της κατανάλωσης.
Πιο πολύ, πιο πολύ, κι άλλο κι άλλο. Μια λαιμαργία αυτοκαταστροφική, καταλήγουμε να καταναλώνουμε τον εαυτό μας, όπως λέει και μια λαϊκή ρήση, «να τρώμε τα λυσσακά μας».

Η εποχή των εκπαιδευμένων απαίδευτων. Πτυχία, μεταπτυχιακά, διδακτορικά, χαρτομάνι αρκετό για πολλές ταπετσαρίες, αλλά καλλιέργεια μηδέν.
Η εποχή της ευθυνοφοβίας και της δειλίας.
Η εποχή της απαξίωσης οποιουδήποτε συναισθήματος ως είδος αδυναμίας και παλιμπαιδισμού.
Η εποχή του κυνισμού. Δεν υπάρχει οικογένεια, δεν υπάρχει φιλία, δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει τίποτα εκτός από συμφέρον.
Η εποχή της «ασφάλειας» και των «εγγυήσεων». Ασφάλεια ζωής, πυρός, αυτοκινήτου.

Αλλά η ψυχή δεν ασφαλίζεται. Δεν επιστρέφεται μέσα σε 10 μέρες αν δεν έχει ανοιχθεί η συσκευασία, δεν έρχεται με κάρτα αλλαγής, ούτε με 2 χρόνια εγγύηση και δωρεάν σέρβις.

Μπορεί να μην είμαι σίγουρη για τη ζωή, πάντως για την ψυχή είμαι: μόνο μία έχεις. Αυτήν και καμία άλλη. Και το μόνο χειρότερο από ένα σώμα που αναπνέει και κινείται, αλλά έχει χάσει την ψυχή του, είναι ένα σώμα που αναπνέει και κινείται, αλλά έχει δώσει την ψυχή του. Εθελοντικά.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε το κομμάτι του εαυτού μας, το ανθρώπινο, που θέλει να νιώσει και ζήσει με τρόπο βιωματικό, αυθόρμητο και ειλικρινή, με αυθεντικότητα, δημιουργικότητα και - εν τέλει - ελευθερία.

Όχι να κάνουμε ό, τι να' ναι. Ό, τι μας έρθει, ό, τι γουστάρουμε, χωρίς να μας νοιάζει η σημασία των επιλογών μας. Όχι χωρίς ευθύνες και περιμένοντας κάτι να σταθεί εμπόδιο μπροστά στην καταστροφική μας διαδρομή για να σταματήσουμε.
Δεν είναι αυτή πραγματική ελευθερία.
Πραγματική ελευθερία είναι ο σεβασμός και η ειλικρίνεια. Είναι να σου λένε μια ζωή τα πράγματα με το όνομά τους, αντί να σου λένε άλλ' αντ' άλλων και εσύ να πρέπει να αποκρυπτογραφήσεις τον κώδικα. Είναι να σου λένε την αλήθεια, αντί να στην κρύβουν ή να σου λένε ψέματα.
Είναι να σε φροντίζουν και να σε αφήνουν και να τους φροντίσεις, χωρίς μετρήσεις και ποσοστά και αναλογικά ανταλλάγματα. Είναι να μην εκμεταλλεύεται ο ένας τον άλλον και ακόμα κι όταν κάποιος πληγώνεται να είναι κατά λάθος κι όχι από πρόθεση.
Είναι να κάνει ο καθένας καλά τη δουλειά του και άρα να τον έχουν μάθει πρώτα πώς να κάνει σωστά τη δουλειά του.
Είναι να εντοπίζονται και να αξιοποιούνται οι δυνατότητές σου από τους ανθρώπους, τους θεσμούς και τις καταστάσεις γύρω σου.
Είναι ο συναγωνισμός στη θέση του ανταγωνισμού. Το να μπορείς να χαίρεσαι με την επιτυχία του άλλου και κάθε επιτυχία να είναι έτσι κι αλλιώς και συλλογική χωρίς φυσικά να καταλήγει αυτό σε σφετερισμό. (Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να υπάρχει χώρος για όλους. Αν εμμένουμε στη λογική της ιεραρχίας, των περιορισμένων «προνομιακών» θέσεων, πώς θα σταματήσουμε να σκοτωνόμαστε για αυτές;)

Ελευθερία είναι η Αλληλεγγύη, η Ανθρωπιά.
Ελευθερία είναι η Γνώση.

Για να γίνουν αυτά, όμως, πρέπει πρώτα να συμφωνήσουμε ότι τα θέλουμε. Και αφού γίνει αυτό, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι είναι εφικτά, παρά τις συνεχείς και επιμελείς προσπάθειες πολλών να μας πείσουν για το αντίθετο. Και έπειτα θα φτάσουμε στο σημείο της πραγματικής δουλειάς, όπου θα πρέπει να βρούμε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να τα διεκδικήσουμε, να τα δημιουργήσουμε.

Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει αν δεν εξυμνήσουμε την θνητότητά μας, αν δεν λατρέψουμε τη ζωή. Όχι μέσα από την κατανάλωση και την αποστράγγισή της, αλλά μέσα από το σεβασμό για αυτήν και για όλους τους εκφραστές της.
Αν δεν δουμε τον εαυτό μας ως ένα ταπεινό, αλλά και μοναδικό εκπρόσωπο του ανθρώπινου είδους, με αστείρευτες ικανότητες και απεριόριστες δυνατότητες.
Αν δεν απαιτήσουμε από τον εαυτό μας να γίνεται διαρκώς καλύτερος άνθρωπος, σοφότερος, εναρετότερος (!).
Αν δεν βλέπουμε όχι μόνο τι είναι αλλά και τι μπορεί να γίνει κάθε άνθρωπος γύρω μας.
Αν δεν εμπνέουμε τους άλλους όσο μπορούμε, ακόμα καλύτερα μέσω του παραδείγματός μας, να διεκδικήσουν αυτές τις ανώτερες δυνατότητές τους.

Ας σπάσουμε τα μονόδρομα, μαύρα τζάμια των παραθύρων του αυτοκινήτου, των γυαλιών που φοράμε ή της τζαμαρίας που περιφράσσει την ψυχή μας και ας κοιταχτούμε μεταξύ μας, κατάματα.
Τα μόνα πράγματα που μας χωρίζουν είναι η άγνοια και οι προκαταλήψεις, η βεβαιότητά μας ότι είμαστε καλύτεροι από τους άλλους.
Ας μην φοβόμαστε την ετυμηγορία, το πόσο μοιάζουμε και το πόσο διαφέρουμε.
Ας μην φοβόμαστε πια την αντανάκλαση του εαυτού μας στα μάτια του άλλου.

Ζήτω η Αγάπη για τη ζωή και τους εκπροσώπους της, αυτή η δημιουργική λατρεία που ανασύρει από τα βάθη του Eίναι μας τον πιο όμορφο, ακέραιο, ικανό και φωτεινό μας εαυτό.

23.10.11

Όταν σου τηλεφωνεί το Παρελθόν

Σήμερα μου τηλεφώνησε το Παρελθόν.

Σκεφτόμουν κι εγώ να το πάρω αυτές τις μέρες. Είχαμε πολύ καιρό να μιλήσουμε και ήθελα να μάθω τι κάνει. Θα μπορούσε κανείς να πει πως είχαμε χωρίσει. Όχι επεισοδιακά, αλλά ούτε και με τον καλύτερο τρόπο. Καλώς ή κακώς, είχα φτάσει στο σημείο να πρέπει να το αφήσω πίσω μου για να προχωρήσω. Δεν έχει σημασία αν και ποιος είχε δίκιο ή άδικο, ό, τι κι αν σημαίνουν αυτές οι λέξεις.
Και πράγματι αφήνοντάς το πίσω μπόρεσα να αποκτήσω έστω ένα Παρόν. Ήταν μια αρχή αυτή. Αυτό το Παρόν το έβρισκα και το έχανα για κάποιο καιρό. Μέχρι που μια μέρα κατάφερα να το κρατήσω. Κι έτσι, κρατώντας το Παρόν και κάθε Παρόν, απέκτησα επιτέλους ένα Μέλλον.
Αυτό το νεογέννητο Μέλλον τώρα πρέπει να το προστατεύσω μέχρι να δυναμώσει και να ωριμάσει. Μέχρι να μπορεί πια να θρέψει τον εαυτό του, να ανεξαρτητοποιηθεί. Ακόμα είναι πολύ εύθραυστο, πολύ αδύναμο και εύκολα μπορεί να σβήσει, όπως εκείνη η μικρή, πρώτη σπίθα, που μόνο αν την προσέξεις πολύ και την ταΐσεις σωστά θα σου δώσει μια φωτιά.

Τώρα, λοιπόν, που στέκομαι φρουρός μπροστά από το καινούριο μου Μέλλον, με θυμήθηκε το Παρελθόν. Ήταν τόσο περίεργο, πόσο δύσκολο και ταυτόχρονα εύκολο ήταν να μιλάω μαζί του. Μέσα σε μια στιγμή γκρεμίστηκε ο τοίχος που είχα χτίσει. Θυμόμουν τα πάντα με απόλυτη διαύγεια, όλη τη διαδρομή μου από την αρχή μέχρι το εδώ. Και ήταν δύσκολο το πόσο εύκολο ήταν, πόσο οικείο. Επειδή έχω αλλάξει πολύ από την τελευταία φορά που ιδωθήκαμε, αλλά όχι αρκετά. Το έχω προσπεράσει το Παρελθόν τόσο ώστε να έχω αποκτήσει μια ιδέα ενός Μέλλοντος, αλλά που δεν είναι απτό ακόμα, δεν έχει μια σταθερή υλική υπόσταση που θα μου έδινε σιγουριά.

Κι όταν σε καλεί το παρελθόν...
Καλείσαι να αναλογιστείς ποιος ήσουν και ποιος έγινες.
Καλείσαι να αποδεχτείς ποιος ήθελες να γίνεις και ποιος έγινες.
Καλείσαι να έρθεις αντιμέτωπος με το ποιος θέλεις να γίνεις.

Και πρέπει να έχεις τη δύναμη να μην απολογηθείς. Να μην μετανιώσεις. Να μην πτοηθείς. Να μην αμφισβητήσεις τις αποφάσεις σου.

Να σταθείς σταθερός, παρά την απογοήτευση που αναπόφευκτα θα νιώσεις για το πώς ήρθαν τα πράγματα. Να μην αποφύγεις να γευτείς αυτήν την απογοήτευση. Αποτελεί μέρος της ταυτότητάς σου. Ο μόνος τρόπος να προχωρήσεις ουσιαστικά είναι να συμφιλιωθείς με εκείνον τον ταλαιπωρημένο εαυτό σου.
Πρέπει να ελένξεις τον φόβο που αναπόφευκτα θα σε κατακλύσει η υπενθύμιση της αποτυχίας σου. Πρέπει να δαμάσεις τον φόβο για μια επόμενη αποτυχία.

Επειδή αν ενδώσεις στον φόβο θα έχεις ήδη αποτύχει.

12.10.11

Η αφέλεια της (λογικής) ηθικής

Για μια ακόμη φορά, σας προσκαλώ να περάσετε στη χρονομηχανή των αναμνήσεών μου. Αυτή τη φορά προορισμός μας θα είναι ένα ακυρωμένο μάθημα στην Παθολογική Κλινική του Ιπποκρατείου, τέσσερα χρόνια πριν, που στάθηκε αφορμή για έναν καφέ με τρεις συμφοιτητές, με τους οποίους δεν γνωριζόμασταν ιδιαίτερα.

Τεταρτοετείς και ταλαιπωρημένοι από τρια χρόνια θεωρητικού βομβαρδισμού και εξωπραγματικών απαιτήσεων, φρεσκοτοποθετημένοι στην πλευρά της πράξης: στην κλινική. Εγώ προσωπικά την περίμενα πώς και πώς μέσα στον αφελή, ευσεβή πόθο μου, ότι θα δω την Ιατρική στην πράξη και ξαφνικά τα πράγματα θα αρχίσουν να βγάζουν νόημα. Η διαμάχη με την ελπίδα συνεχίστηκε τουλάχιστον για ενάμισι ακόμα χρόνο μέχρι να καταφέρω να την νικήσω.

Αλλά, ξεφεύγω. Καθώς το έτος χωρίστηκε στις κλινικές με διαφορετικό τρόπο από τις προηγούμενες χρονιές, γνωρίστηκα για πρώτη φορά με την συγκεκριμένη παρέα - δύο αγόρια και μία κοπέλα - στην κλινική αυτή. Αν εκπλήσσει κάποιους αυτό, θα ήθελα να διευκρινήσω ότι καθώς το έτος αποτελούνταν από τουλάχιστον 350 φοιτητές, είναι ασφαλές να συμπεράνει κανείς ότι κανένας δεν τους γνώριζε όλους. (Όσοι γνωρίζετε εμένα, σας επιτρέπω να γελάσετε και να σχολιάσετε ότι με την αντικοινωνικότητα που με διακατέχει, αμφιβάλλετε ότι γνώρισα πάνω από δέκα!)
Εκείνο το ακυρωμένο μάθημα και εκείνος ο καφές ήταν η πρώτη φορά που βρεθήκαμε έξω από το αμφιθέατρο ή τους διαδρόμους του Ιπποκρατείου και ήταν και η πρώτη φορά που συζητήσαμε για άλλα πράγματα εκτός από την Ιατρική. Τελικά, δεν ξέρω πώς (και κυρίως γιατί;!) η συζήτηση στράφηκε στα πολιτικά.
Εγώ φυσικά καταδίκαζα τον δικομματισμό και υποστήριζα ότι φταίει η νοοτροπία, αλλά θα μπορούσε να αλλάξει, απλώς ο κύκλος ανατροφοδότησης πρέπει να κοπεί και ότι τελικά είναι προς το συμφέρον τον ανθρώπων να το καταφέρουν αυτό και γι' αυτό τους αποβλακώνουν και τους κάνουν να νιώθουν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή. Φταίει η παιδεία, φταίει η βλακεία, φταίνε τα συμφέροντα και φταίνε οι άνθρωποι που επαναπαύονται στην ανακυκλούμενη μεταξύ τους ευκολία του "δεν γίνεται".
Φυσικά, κανείς δεν συμφωνούσε μαζί μου, ήταν άνθρωποι του "εγωιστικού γονιδίου" αυτοί και "έτσι είναι ο κόσμος" και "πάντα έτσι θα είναι" και αυτά είναι τα ρομαντικά, αλλά στην πράξη δεν γίνεται να γίνει κάτι καλύτερο.

Συνήθως, δεν θα έλεγα ούτε τόσα σε μια τέτοια συζήτηση με συνομιλήκους, επειδή σπανίως έχουν δικά τους επιχειρήματα και ανακυκλώνονται μόνο οι εντελώς τετριμμένες θεωρήσεις. Αλλά είναι δύσκολο να μην ανησυχήσεις για τον κόσμο όταν κάθονται μαζί σου τρεις μελλοντικοί γιατροί και δεν σκοπεύουν καν να δοκιμάσουν για κάτι καλύτερο, αλλά έχουν ήδη καταλήξει ότι "ο κόσμος δεν αλλάζει".
Όχι ότι δικαιολογώ αυτήν την παραίτηση από τους μεγαλύτερους, αλλά τουλάχιστον την καταλαβαίνω αφού κάποιοι από αυτούς μπορεί να έχουν προσπαθήσει, να έχουν δει στην πράξη την δυσκολία του να θέλεις το καλύτερο.
Αλλά τόσο νέα παιδιά, στην καλύτερη ηλικία τους, που αργότερα θα είναι στη θέση να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην ίδια τη ζωή... να μην έχουν καθόλου ούτε μία τόση δα διάθεση να προσπαθήσουν; Να μην θεωρούν ότι χρειάζεται; Να μην πιστεύουν -όχι!- να μην νιώθουν πόσο θα μπορούσαν να βοηθήσουν;

Τέλος πάντων, η συζήτηση έφτασε γρήγορα σε αδιέξοδο κι εγώ είχα ήδη θυμηθεί γιατί δεν ευχαριστιέμαι ιδιαίτερα την παρέα των ανθρώπων, όπως οι περισσότεροι. Το αφήνω λοιπόν το θέμα και με ακολουθεί ο ένας συνάδελφος με μία προσπάθεια συμφιλιωτικής κατακλείδας:
Τι να κάνεις, όμως, όταν σε έχουν μεγαλώσει λέγοντάς σου από τα πέντε σου "μπες εσύ στην Ιατρική και θα βάλουμε το θείο σου το βουλευτή να σε βολέψει;"

Σε αυτό το σημείο, αυθεντική ιλαρότητα (παρά την τραγικότητα της δήλωσης) αναδύθηκε μέσα μου, διαλύοντας την προηγούμενη απογοήτευσή μου. Ξεκίνησα να γελάω και οι λέξεις είχαν ήδη σχηματιστεί στα εγκεφαλικά μου κυκλώματα - αυτόματη αντίδραση, αλήθεια - και είχαν ήδη κάνει το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής, έφτασαν να κρεμαστούν στην άκρη γλώσσας μου, σαν σαπουνόφουσκα από το δακτύλιό της... όταν είδα ότι ήμουν μόνη μου.
Η σαπουνόφουσκα έσκασε, τα λόγια μου εξαφανίστηκαν μαζί της, έμειναν ανείπωτα και παραξενεμένα, όταν έφτασε η ερμηνεία των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων στον εγκέφαλό μου. Το υπόλοιπο τραπέζι, δεν γελούσε, ούτε ετοιμαζόταν να πει "ε, εντάξει, δεν μεγαλώνουν όλοι έτσι!". Όχι, το υπόλοιπο τραπέζι, κουνούσε το κεφάλι του σε συμφωνία, με μία εμφανή φυσικότητα που δήλωνε ότι βρισκόταν στο στοιχείο του. Δεν είχε κάτι το παράξενο ή σκέτο ξένο η δήλωση αυτή για αυτούς. Έτσι ήταν τα πράγματα για αυτούς. Εγώ ήμουν η παράξενη, η διαφορετική και τα έβλεπα παράξενα και διαφορετικά... πόσο μάλλον που τα έβλεπα λάθος.

Κι ένιωσα πολύ μόνη. Ολομόναχη. Αλήθεια, ένιωσα μια μοναξιά πολύ πιο βαθειά, πώς να το πω, οντολογικών διαστάσεων.

Γιατί ποτέ ξανά δεν είχα πιάσει τον εαυτό μου να είναι αφελής. Θεωρούσα τον εαυτό μου ρεαλιστή και, πράγματι, δεν είχα ποτέ δυσκολία να ξεχωρίσω το "εγώ" από τον "κόσμο", να καταλαβαίνω τις διαφορές μου και τα κοινά μου, να κρίνω τις πιθανότητες και τα ποσοστά και άλλα τέτοια.

Αλλά αυτή τη φορά είχα πέσει εντελώς έξω, είχα βρεθεί αλλού γι' αλλού.

Είχα κάνει ένα πολύ μεγάλο λάθος, άφησα το αυτονόητο για μένα να με παρασύρει. Γιατί το πρόβλημα είναι ότι η "ηθική" μου, δεν είναι τίποτα άλλο από λογική στα δικά μου μάτια. Είμαι ασφαλισμένη σε αυτόν δρόμο, γιατί δεν με ενδιαφέρει αν μπορώ να είμαι κάπως αλλιώς. Δεν μπορώ να γίνω κάτι άλλο χωρίς να ξεπέσω στα μάτια μου και να χάσω την αίσθηση της ταυτότητάς μου. Καταλαβαίνω ότι ίσως είναι πράγματι απλώς θέμα συνήθειας και μάθησης.

Αλλά γιατί κάποιοι μεγαλώνουν κάπως και μετά αποφασίζουν να ακολουθήσουν άλλον δρόμο; Δεν μπορεί να είναι τόσο απλό, άρα, μόνο θέμα συνήθειας και μάθησης. Κάπου πρέπει η αυτονομία του ατόμου να έχει τη δυνατότητα να υπερβεί την ισχύ του οικείου.

Επειδή η λογική και η ηθική φαίνεται να έχουν μια αυταπόδεικτη ανεξαρτησία, όπως τα μαθηματικά, και είτε προϋπάρχουν είτε τα κατασκευάζουμε ως ανθρωπότητα, έχουν συνέπεια και συνοχή και ποτέ δεν έρχονται σε αντιφάσεις.

Αλλά είναι προφανές ότι αν έστω και οι μισοί άνθρωποι σκέφτονταν έτσι, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Το αποτέλεσμα, η σημερινή κατάσταση που ζούμε, αποδεικνύει ότι δεν σκέφτονται έτσι οι περισσότεροι. Επομένως, πρέπει να μην αφήσω ξανά την - γεννημένη από ευσεβείς πόθους, μάλλον - αφέλεια να με αφήσει να σοκαριστώ.